γενναιότητα
[ʝeniˈotita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
смелость, мужество, храбрость
courage, bravery, valour · η γενναιότητα του πολεμιστή — мужество воина
2
благородство, величие духа
nobility, magnanimity, greatness of spirit · γενναιότητα στη συμπεριφορά — благородство в поведении
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γενναιότητα
вин.
τη γενναιότητα
род.
της γενναιότητας
зват.
γενναιότητα
Мн. ч.
им.
οι γενναιότητες
вин.
τις γενναιότητες
род.
των γενναιοτήτων
зват.
γενναιότητες
Примеры
Η γενναιότητά του ήταν αξιοσέβαστη.
Его мужество было достойно уважения. · His courage was worthy of respect.
Δείχνει γενναιότητα σε κάθε δύσκολη κατάσταση.
Он проявляет мужество в каждой сложной ситуации. · He shows courage in every difficult situation.
Με γενναιότητα αντιμετώπισε τις προκλήσεις της ζωής.
С мужеством он встретил жизненные вызовы. · With courage, he faced life's challenges.