Греческий словарь
с грамматикой

γεννήτης

[ʝeˈnitis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
производитель, создатель
generator, creator, originator · γεννήτης ηλεκτρικού ρεύματος — генератор электрического тока
2
отец, родитель (архаич.)
father, parent (archaic) · ο γεννήτης του παιδιού — отец ребенка

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο γεννήτης
вин.
τον γεννήτη
род.
του γεννήτη
зват.
γεννήτη
Мн. ч.
им.
οι γεννήτες
вин.
τους γεννήτες
род.
των γεννητών
зват.
γεννήτες

Примеры

Ο γεννήτης παράγει ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς διακοπές.
Генератор беспрерывно производит электроток. · The generator produces electric current without interruption.
Το εργοστάσιό μας έχει τρεις γεννήτες πολύ ισχυρούς.
Наш завод имеет три очень мощных генератора. · Our factory has three very powerful generators.
Ο γεννήτης ντίζελ είναι αξιόπιστος στις απομακρυσμένες περιοχές.
Дизельный генератор надёжен в удаленных районах. · The diesel generator is reliable in remote areas.