Греческий словарь
с грамматикой

γεννάω

[ʝenˈao]глаголA2

Значения

1
рождать, давать жизнь
to give birth, to bear (a child) · γεννά ένα παιδί — рождает ребёнка
2
порождать, вызывать, создавать
to generate, to cause, to produce · γεννά προβλήματα — создаёт проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γεννώ
εσύ
γεννάς
αυτός
γεννά
εμείς
γεννάμε
εσείς
γεννάτε
αυτοί
γεννάνε
Аорист
εγώ
γέννησα
εσύ
γέννησες
αυτός
γέννησε
εμείς
γεννήσαμε
εσείς
γεννήσατε
αυτοί
γέννησαν
Будущее
εγώ
θα γεννήσω
εσύ
θα γεννήσεις
αυτός
θα γεννήσει
εμείς
θα γεννήσουμε
εσείς
θα γεννήσετε
αυτοί
θα γεννήσουν

Примеры

Η γυναίκα γέννησε ένα υγιές μωρό.
Женщина родила здорового малыша. · The woman gave birth to a healthy baby.
Η βία γεννά περισσότερη βία.
Насилие порождает ещё большее насилие. · Violence breeds more violence.
Αυτή η απόφαση γέννησε πολλές αντιδράσεις.
Это решение вызвало множество негативных реакций. · This decision generated many reactions.
Η τεχνολογία γεννά νέες ευκαιρίες.
Технология создаёт новые возможности. · Technology creates new opportunities.