Греческий словарь
с грамматикой

γειτόνισσα

[ʝiˈtonisa]существительноеη · женский родA1

Значения

1
соседка (женщина)
female neighbour · η γειτόνισσά μας — наша соседка

Грамматика

Ед. ч.
им.
η γειτόνισσα
вин.
τη γειτόνισσα
род.
της γειτόνισσας
зват.
γειτόνισσα
Мн. ч.
им.
οι γειτόνισσες
вин.
τις γειτόνισσες
род.
των γειτονισσών
зват.
γειτόνισσες

Примеры

Η γειτόνισσα μας είναι πολύ φιλική.
Наша соседка очень дружелюбна. · Our neighbour is very friendly.
Συναντώ τη γειτόνισσά μας στο σουπερμάρκετ.
Я встречаю нашу соседку в супермаркете. · I bump into our neighbour at the supermarket.
Οι γειτόνισσες μιλούν για το καιρό.
Соседки говорят о погоде. · The neighbours are talking about the weather.