Греческий словарь
с грамматикой

γδύνω

[ˈɣðino]глаголC1

Значения

1
раздеваться, снимать одежду
to undress, to take off one's clothes · γδύνω τα ρούχα μου — снимаю свою одежду
2
оголять, обнажать (переносно: раскрывать, выставлять напоказ)
to bare, to expose, to lay bare (figuratively: to reveal, to expose) · γδύνω τα μυστικά μου — раскрываю свои секреты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γδύνω
εσύ
γδύνεις
αυτός
γδύνει
εμείς
γδύνουμε
εσείς
γδύνετε
αυτοί
γδύνουν
Аорист
εγώ
γδύθηκα
εσύ
γδύθηκες
αυτός
γδύθηκε
εμείς
γδύθηκαμε
εσείς
γδύθηκατε
αυτοί
γδύθηκαν
Будущее
εγώ
θα γδύσω
εσύ
θα γδύσεις
αυτός
θα γδύσει
εμείς
θα γδύσουμε
εσείς
θα γδύσετε
αυτοί
θα γδύσουν

Примеры

Τα παιδιά γδύνονται γρήγορα πριν το μπάνιο.
Дети быстро раздеваются перед ванной. · The children undress quickly before bath time.
Γδύθηκε και έπεσε στη θάλασσα με χαρά.
Он раздался и прыгнул в море с радостью. · He undressed and jumped into the sea joyfully.
Δεν θέλει να γδύσει τα μυστικά του.
Он не хочет раскрывать свои секреты. · He doesn't want to expose his secrets.