γαμώτης
[ɡaˈmotis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
женатый мужчина, супруг
married man, husband · ο γαμώτης και η γυναίκα του — женатый и его жена
2
новобрачный, жених (в день свадьбы)
bridegroom, groom (on wedding day) · ο γαμώτης στο θυσιαστήριο — жених у алтаря
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο γαμώτης
вин.
τον γαμώτη
род.
του γαμώτη
зват.
γαμώτη
Мн. ч.
им.
οι γαμώτες
вин.
τους γαμώτες
род.
των γαμωτών
зват.
γαμώτες
Примеры
Ο γαμώτης ήταν πολύ νευρικός στην τελετή.
Жених был очень нервным на церемонии. · The groom was very nervous during the ceremony.
Οι γαμώτες έκοψαν την τούρτα με χαμόγελα.
Молодожены разрезали торт улыбаясь. · The newlyweds cut the cake with smiles.
Τον γαμώτη τον φώναξαν στη σκηνή.
Жениха пригласили на сцену. · The groom was called up on stage.