γαμιόλης
[ɣaˈmjolis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
жених (в свадебной процессии)
bridegroom (in a wedding procession) · ο γαμιόλης και η νύφη — жених и невеста
2
парень, молодой мужчина (архаичное, диалектное)
young man, lad (archaic, dialectal) · ένας νέος γαμιόλης — молодой парень
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο γαμιόλης
вин.
το γαμιόλη
род.
του γαμιόλη
зват.
γαμιόλη
Мн. ч.
им.
οι γαμιόληδες
вин.
τους γαμιόληδες
род.
των γαμιολήδων
зват.
γαμιόληδες
Примеры
Ο γαμιόλης ήταν πολύ ευτυχής την ημέρα του γάμου.
Жених был очень счастлив в день свадьбы. · The groom was very happy on his wedding day.
Την παραδοσιακή νύχτα, ο γαμιόλη τραγουδούσε με τους φίλους του.
В традиционную ночь жених пел со своими друзьями. · On the traditional night, the groom sang with his friends.
Οι γαμιόληδες χόρευαν με τις νύφες στην πλατεία.
Женихи танцевали с невестами на площади. · The grooms danced with the brides in the square.