γαληνεύω
[ɣaliˈnevo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
быть спокойным, миролюбивым; жить в мире
to be calm, peaceable; to live in peace · γαληνεύει στη ζωή του — он живёт в спокойствии
2
пребывать в состоянии галены (безветрия, штиля)
to be in a state of galene (calm, windlessness at sea) · η θάλασσα γαληνεύει — море спокойно
Грамматика
Настоящее время
εγώ
γαληνεύω
εσύ
γαληνεύεις
αυτός
γαληνεύει
εμείς
γαληνεύουμε
εσείς
γαληνεύετε
αυτοί
γαληνεύουν
Аорист
εγώ
γαλήνευσα
εσύ
γαλήνευσες
αυτός
γαλήνευσε
εμείς
γαληνεύσαμε
εσείς
γαληνεύσατε
αυτοί
γαλήνευσαν
Будущее
εγώ
θα γαληνεύσω
εσύ
θα γαληνεύσεις
αυτός
θα γαληνεύσει
εμείς
θα γαληνεύσουμε
εσείς
θα γαληνεύσετε
αυτοί
θα γαληνεύσουν
Примеры
Ο σοφός άνθρωπος γαληνεύει ακόμα και σε δύσκολες στιγμές.
Мудрый человек сохраняет спокойствие даже в трудные моменты. · A wise person remains calm even in difficult moments.
Στη μεσόγειο γαληνεύει το καλοκαίρι.
В Средиземном море летом штиль. · The Mediterranean is calm in summer.
Όταν γαλήνευσε η θάλασσα, ξεκίνησε το ταξίδι.
Когда море успокоилось, началось путешествие. · When the sea grew calm, the voyage began.