Греческий словарь
с грамматикой

γαλακτοκομία

[ɣalaktokoˈmia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
молочное хозяйство, животноводство, направленное на производство молока
dairy farming, milk production as a branch of agriculture · η γαλακτοκομία είναι σημαντικός κλάδος — молочное хозяйство — важная отрасль

Грамматика

Ед. ч.
им.
η γαλακτοκομία
вин.
τη γαλακτοκομία
род.
της γαλακτοκομίας
зват.
γαλακτοκομία
Мн. ч.
им.
οι γαλακτοκομίες
вин.
τις γαλακτοκομίες
род.
των γαλακτοκομιών
зват.
γαλακτοκομίες

Примеры

Η γαλακτοκομία αποτελεί παραδοσιακή δραστηριότητα στο νησί.
Молочное хозяйство является традиционной деятельностью на острове. · Dairy farming is a traditional activity on the island.
Οι αγρότες της περιοχής ασχολούνται με τη γαλακτοκομία.
Фермеры этого района занимаются молочным хозяйством. · The farmers in the region engage in dairy farming.
Τα προβλήματα της σύγχρονης γαλακτοκομίας συζητήθηκαν στη συνέντευξη.
Проблемы современного молочного хозяйства обсуждались в интервью. · The problems of modern dairy farming were discussed in the interview.