γαιοκτήμων
[ɣeokˈtimo̞n]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
землевладелец, собственник земельного имущества
landowner, proprietor of land · κτήμα και γη — имущество и земля
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο γαιοκτήμων
вин.
τον γαιοκτήμονα
род.
του γαιοκτήμονος
зват.
γαιοκτήμων
Мн. ч.
им.
οι γαιοκτήμονες
вин.
τους γαιοκτήμονες
род.
των γαιοκτημόνων
зват.
γαιοκτήμονες
Примеры
Ο γαιοκτήμων πούλησε την περιουσία του.
Землевладелец продал своё имущество. · The landowner sold his property.
Οι γαιοκτήμονες της περιοχής συνεργάστηκαν.
Собственники земель в этом районе сотрудничали. · The landowners of the region cooperated.
Του γαιοκτήμονος τα δικαιώματα προστατεύονται από το νόμο.
Права землевладельца защищены законом. · The landowner's rights are protected by law.