Греческий словарь
с грамматикой

γαιοκτήμονας

[ɣeokˈtimona]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
землевладелец, помещик
landowner, proprietor of land · άνθρωπος που κατέχει γαίες — человек, владеющий землёй

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο γαιοκτήμονας
вин.
τον γαιοκτήμονα
род.
του γαιοκτήμονα
зват.
γαιοκτήμονα
Мн. ч.
им.
οι γαιοκτήμονες
вин.
τους γαιοκτήμονες
род.
των γαιοκτημόνων
зват.
γαιοκτήμονες

Примеры

Οι γαιοκτήμονες της περιοχής κατείχαν εκατοντάδες στρέμματα.
Землевладельцы этого региона владели сотнями гектаров. · The landowners of the region held hundreds of hectares.
Ο γαιοκτήμονας έπρεπε να πληρώσει φόρους στο κράτος.
Помещик должен был платить налоги государству. · The landowner had to pay taxes to the state.
Τον γαιοκτήμονα ενδιαφέρει η παραγωγικότητα των χωραφιών του.
Землевладельца интересует производительность его полей. · The landowner is concerned with the productivity of his fields.