Греческий словарь
с грамматикой

γαβγίζω

[ɣavˈɣizo]глаголB1

Значения

1
лаять, издавать звуки (о собаке)
to bark, to make barking sounds (of a dog) · ο σκύλος γαβγίζει — собака лает
2
кричать, орать (грубо или резко)
to shout, to yell (roughly or harshly) · γαβγίζω διαταγές — кричу приказы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γαβγίζω
εσύ
γαβγίζεις
αυτός
γαβγίζει
εμείς
γαβγίζουμε
εσείς
γαβγίζετε
αυτοί
γαβγίζουν
Аорист
εγώ
γάβγισα
εσύ
γάβγισες
αυτός
γάβγισε
εμείς
γαβγίσαμε
εσείς
γαβγίσατε
αυτοί
γάβγισαν
Будущее
εγώ
θα γαβγίσω
εσύ
θα γαβγίσεις
αυτός
θα γαβγίσει
εμείς
θα γαβγίσουμε
εσείς
θα γαβγίσετε
αυτοί
θα γαβγίσουν

Примеры

Ο σκύλος γαβγίζει όλη τη νύχτα.
Собака лает всю ночь. · The dog barks all night long.
Ο δάσκαλος γαβγίζει διαταγές στην τάξη.
Учитель орёт приказы в классе. · The teacher yells orders in the classroom.
Χθες ο σκύλος γάβγισε για ώρες.
Вчера собака лаяла часами. · Yesterday the dog barked for hours.
Μην γαβγίζεις με τόσο δυνατά.
Не кричи на меня так громко. · Don't yell at me so loudly.