βόσκω
[ˈvosko]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1
Значения
1
пасти (животных)
to graze, to pasture (animals) · τα πρόβατα βόσκουν στο λιβάδι — овцы пасутся на лугу
2
кормиться, питаться (о животном)
to feed, to graze (of an animal) · οι αγελάδες βόσκουν όλη την ημέρα — коровы пасутся целый день
Грамматика
Настоящее время
εγώ
βόσκω
εσύ
βόσκεις
αυτός
βόσκει
εμείς
βόσκουμε
εσείς
βόσκετε
αυτοί
βόσκουν
Аорист
εγώ
έβοσκα
εσύ
έβοσκες
αυτός
έβοσκε
εμείς
βόσκαμε
εσείς
βόσκατε
αυτοί
έβοσκαν
Будущее
εγώ
θα βοσκήσω
εσύ
θα βοσκήσεις
αυτός
θα βοσκήσει
εμείς
θα βοσκήσουμε
εσείς
θα βοσκήσετε
αυτοί
θα βοσκήσουν
Примеры
Οι ποιμένες βόσκουν τα πρόβατα στα βουνά.
Пастухи пасут овец в горах. · The shepherds graze sheep in the mountains.
Τα άλογα έβοσκαν ήσυχα όλο το πρωί.
Лошади спокойно паслись всё утро. · The horses grazed peacefully all morning.
Αύριο θα βοσκήσουμε τα κατσίκια στο λιβάδι.
Завтра мы будем пасти козы на лугу. · Tomorrow we will pasture the goats in the meadow.
Βόσκε τα ζώα σου κοντά στο νερό.
Пасай своих животных близко к воде. · Graze your animals close to the water.