βόμβος
[ˈvomvos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
бомба
bomb · μια επικίνδυνη βόμβος — опасная бомба
2
гул, жужжание, гудение (звук)
buzz, hum, humming sound · ο βόμβος των μελισσών — гул пчёл
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο βόμβος
вин.
τον βόμβο
род.
του βόμβου
зват.
βόμβε
Мн. ч.
им.
οι βόμβοι
вин.
τους βόμβους
род.
των βόμβων
зват.
βόμβοι
Примеры
Η αστυνομία ανήχνευσε έναν βόμβο στο κτήριο.
Полиция обнаружила бомбу в здании. · The police discovered a bomb in the building.
Ακούω τον βόμβο των μελισσών στον κήπο.
Я слышу гул пчёл в саду. · I hear the hum of bees in the garden.
Οι βόμβοι εξερράγησαν τη νύχτα.
Бомбы взорвались ночью. · The bombs exploded at night.