Греческий словарь
с грамматикой

βυθίζω

[viˈθizo]глаголB1

Значения

1
погружать, топить (в воду)
to submerge, to sink (in water) · βυθίζω το πλοίο — топлю корабль
2
погружать (во что-либо абстрактное); углублять
to immerse, to plunge (into something abstract); to deepen · βυθίζεται στη σκέψη — погружается в размышления

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βυθίζω
εσύ
βυθίζεις
αυτός
βυθίζει
εμείς
βυθίζουμε
εσείς
βυθίζετε
αυτοί
βυθίζουν
Аорист
εγώ
βύθισα
εσύ
βύθισες
αυτός
βύθισε
εμείς
βυθίσαμε
εσείς
βυθίσατε
αυτοί
βύθισαν
Будущее
εγώ
θα βυθίσω
εσύ
θα βυθίσεις
αυτός
θα βυθίσει
εμείς
θα βυθίσουμε
εσείς
θα βυθίσετε
αυτοί
θα βυθίσουν

Примеры

Ο ναυτικός βύθισε το εχθρικό πλοίο.
Моряк потопил вражеский корабль. · The sailor sank the enemy ship.
Βυθίζεται στα βαθιά του ωκεανού.
Она погружается в глубины океана. · It sinks into the depths of the ocean.
Ο ήρωας βυθίστηκε σε απόλυτη σκοτεινιά.
Герой был погружён в полную темноту. · The hero was plunged into absolute darkness.
Θα βυθίσουν τα ερείπια του κτιρίου.
Они потопят обломки здания. · They will sink the ruins of the building.