Греческий словарь
с грамматикой

βρωμάω

[vroˈmao]глаголA2

Значения

1
вонять, издавать неприятный запах
to stink, to smell bad · το δωμάτιο βρωμάει — комната вонит
2
пахнуть (чем-либо)
to smell of (something) · βρωμάει ψάρι — пахнет рыбой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βρωμάω
εσύ
βρωμάς
αυτός
βρωμάει
εμείς
βρωμάμε
εσείς
βρωμάτε
αυτοί
βρωμάνε
Аорист
εγώ
βρώμαξα
εσύ
βρώμαξες
αυτός
βρώμαξε
εμείς
βρωμάξαμε
εσείς
βρωμάξατε
αυτοί
βρώμαξαν
Будущее
εγώ
θα βρωμάω
εσύ
θα βρωμάς
αυτός
θα βρωμάει
εμείς
θα βρωμάμε
εσείς
θα βρωμάτε
αυτοί
θα βρωμάνε

Примеры

Αυτά τα παπούτσια βρωμάνε πολύ.
Эти туфли сильно вонят. · These shoes stink a lot.
Το ψάρι βρώμαξε μέσα στο ψυγείο.
Рыба протухла в холодильнике. · The fish went bad in the fridge.
Το δωμάτιό του βρωμάει καπνό.
Его комната пахнет дымом. · His room smells of smoke.
Δεν θέλω να βρωμάω όπως εσύ.
Я не хочу вонять как ты. · I don't want to smell like you.