Греческий словарь
с грамматикой

βροχόπτωση

[vroˈxɔptosi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
осадки, дождевые осадки
rainfall, precipitation · η βροχόπτωση του Νοεμβρίου — осадки в ноябре

Грамматика

Ед. ч.
им.
η βροχόπτωση
вин.
τη βροχόπτωση
род.
της βροχόπτωσης
зват.
βροχόπτωση
Мн. ч.
им.
οι βροχοπτώσεις
вин.
τις βροχοπτώσεις
род.
των βροχοπτώσεων
зват.
βροχοπτώσεις

Примеры

Η βροχόπτωση αυξήθηκε σημαντικά τον Δεκέμβριο.
Осадки значительно увеличились в декабре. · Rainfall increased significantly in December.
Περιμένουν μεγάλες βροχοπτώσεις το Σάββατο.
Ожидаются обильные осадки в субботу. · Heavy precipitation is expected on Saturday.
Η ετήσια βροχόπτωση σε αυτή την περιοχή είναι χαμηλή.
Годовое количество осадков в этом регионе низкое. · Annual rainfall in this area is low.