Греческий словарь
с грамматикой

βροντώ

[vroˈndo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
громко кричать, орать
shout loudly, bellow · βροντά στο παιδί — кричит на ребёнка
2
гремучий звук издавать (гром, взрыв)
make a thundering sound · βροντά ο ουρανός — небо гремит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βροντώ
εσύ
βροντάς
αυτός
βροντά
εμείς
βροντάμε
εσείς
βροντάτε
αυτοί
βροντάνε
Аорист
εγώ
βρόντησα
εσύ
βρόντησες
αυτός
βρόντησε
εμείς
βροντήσαμε
εσείς
βροντήσατε
αυτοί
βρόντησαν
Будущее
εγώ
θα βροντήσω
εσύ
θα βροντήσεις
αυτός
θα βροντήσει
εμείς
θα βροντήσουμε
εσείς
θα βροντήσετε
αυτοί
θα βροντήσουν

Примеры

Ο δάσκαλος βροντά στους μαθητές κάθε μέρα.
Учитель кричит на учеников каждый день. · The teacher shouts at the pupils every day.
Άκουσα τον ουρανό να βροντά χτες το βράδυ.
Вчера вечером я слышал, как гремит небо. · Last night I heard the sky thunder.
Γιατί βροντάς έτσι μαζί του;
Почему ты так кричишь на него? · Why are you shouting at him like that?
Θα βροντήσει αν δεν κάνουμε την εργασία.
Он (она) будет кричать, если мы не сделаем работу. · He (she) will yell if we don't do the work.