Греческий словарь
с грамматикой

βραχίονας

[vraˈçonas]существительноеο · мужской родA1

Значения

1
рука (от плеча до кисти)
arm (from shoulder to wrist) · ο βραχίονάς μου — моя рука
2
рычаг, рукав (механизма или устройства)
lever, arm (of a machine or device) · ο βραχίονας του κράνους — рычаг крана

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο βραχίονας
вин.
τον βραχίονα
род.
του βραχίονα
зват.
βραχίονα
Мн. ч.
им.
οι βραχίονες
вин.
τους βραχίονες
род.
των βραχιόνων
зват.
βραχίονες

Примеры

Ο βραχίονάς μου πονάει από την άσκηση.
Мою руку болит от упражнений. · My arm hurts from the exercise.
Έσπασε τον βραχίονά του στο ποδόσφαιρο.
Он сломал руку в футболе. · He broke his arm playing football.
Οι βραχίονες του κρανού είναι πολύ ισχυροί.
Рычаги крана очень мощные. · The crane's arms are very powerful.
Τα παιδιά κρατούσαν τους βραχίονες του πατέρα τους.
Дети держали отца за руки. · The children were holding their father's arms.