Греческий словарь
с грамматикой

βραβεύω

[vraˈvevo]глаголC1

Значения

1
присуждать награду, отмечать как лучшего
to award a prize, to judge as the best · βραβεύω τον νικητή — присуждаю награду победителю
2
одобрять, поддерживать
to approve of, to endorse · βραβεύω την ιδέα — одобряю идею

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βραβεύω
εσύ
βραβεύεις
αυτός
βραβεύει
εμείς
βραβεύουμε
εσείς
βραβεύετε
αυτοί
βραβεύουν
Аорист
εγώ
βράβευσα
εσύ
βράβευσες
αυτός
βράβευσε
εμείς
βραβεύσαμε
εσείς
βραβεύσατε
αυτοί
βράβευσαν
Будущее
εγώ
θα βραβεύσω
εσύ
θα βραβεύσεις
αυτός
θα βραβεύσει
εμείς
θα βραβεύσουμε
εσείς
θα βραβεύσετε
αυτοί
θα βραβεύσουν

Примеры

Η επιτροπή βράβευσε το καλύτερο έργο της διοργάνωσης.
Комиссия присудила награду лучшей работе конкурса. · The committee awarded the prize to the best work of the event.
Οι κριτές βραβεύουν τις ταινίες που αξίζουν διακρίσεις.
Критики одобряют фильмы, достойные признания. · Critics endorse films that deserve recognition.
Θα βραβεύσουν τον καλλιτέχνη για τη συνεισφορά του στην τέχνη.
Они отметят художника за его вклад в искусство. · They will honor the artist for his contribution to art.