Греческий словарь
с грамматикой

βρίσκομαι

[ˈvriskome]глаголA1

Значения

1
находиться, быть где-либо
to be located, to be in a place · Πού βρίσκεσαι; — Где ты находишься?
2
находить, обнаруживать
to find, to discover · Βρήκα το κλειδί μου. — Я нашел свой ключ.
3
оказываться в определённом состоянии
to find oneself, to be in a state or condition · Βρίσκομαι καλά. — Я в хорошем состоянии.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βρίσκομαι
εσύ
βρίσκεσαι
αυτός
βρίσκεται
εμείς
βρισκόμαστε
εσείς
βρίσκεστε
αυτοί
βρίσκονται
Аорист
εγώ
βρέθηκα
εσύ
βρέθηκες
αυτός
βρέθηκε
εμείς
βρεθήκαμε
εσείς
βρεθήκατε
αυτοί
βρέθηκαν
Будущее
εγώ
θα βρεθώ
εσύ
θα βρεθείς
αυτός
θα βρεθεί
εμείς
θα βρεθούμε
εσείς
θα βρεθείτε
αυτοί
θα βρεθούν

Примеры

Βρίσκομαι στο σπίτι αυτή την ώρα.
Я сейчас дома. · I'm at home right now.
Όπου βρίσκεται το νοσοκομείο;
Где находится больница? · Where is the hospital?
Χθες βρήκα ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ.
Вчера я нашел старый фотоальбом. · Yesterday I found an old photo album.
Πώς βρίσκεσαι μετά την αρρώστια;
Как ты себя чувствуешь после болезни? · How are you feeling after the illness?