Греческий словарь
с грамматикой

βρίζω

[ˈvrízo]глаголB1

Значения

1
ругать, оскорблять (кого-л.)
to curse, to swear at (someone) · βρίζει τον φίλο του — ругает своего друга
2
выругаться, произносить ругательства
to swear, to use foul language · άρχισε να βρίζει — начал выругиваться

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βρίζω
εσύ
βρίζεις
αυτός
βρίζει
εμείς
βρίζουμε
εσείς
βρίζετε
αυτοί
βρίζουν
Аорист
εγώ
έβρισα
εσύ
έβρισες
αυτός
έβρισε
εμείς
βρίσαμε
εσείς
βρίσατε
αυτοί
έβρισαν
Будущее
εγώ
θα βρίσω
εσύ
θα βρίσεις
αυτός
θα βρίσει
εμείς
θα βρίσουμε
εσείς
θα βρίσετε
αυτοί
θα βρίσουν

Примеры

Δεν πρέπει να βρίζεις τους άλλους.
Не нужно ругать других людей. · You shouldn't curse at other people.
Ο σοφέρ έβρισε όταν είδε τη σκόνη.
Водитель выругался, когда увидел пробку. · The driver swore when he saw the traffic jam.
Δεν θα βρίσω για κάτι τόσο ανήμαντο.
Я не буду ругаться из-за такой мелочи. · I won't curse over something so trivial.
Όσο περισσότερο βρίζει, τόσο περισσότερο ενοχλεί.
Чем больше он ругается, тем больше раздражает. · The more he swears, the more annoying he gets.