Греческий словарь
с грамматикой

βρέχω

[ˈvreço]глаголA1

Значения

1
идти (о дожде), идёт дождь
to rain, it is raining · Βρέχει έξω. — На улице идёт дождь.
2
мочить, смачивать, намочить
to wet, to soak, to drench · Βρέχω τα ρούχα μου. — Я мочу свою одежду.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βρέχω
εσύ
βρέχεις
αυτός
βρέχει
εμείς
βρέχουμε
εσείς
βρέχετε
αυτοί
βρέχουν
Аорист
εγώ
έβρεξα
εσύ
έβρεξες
αυτός
έβρεξε
εμείς
βρέξαμε
εσείς
βρέξατε
αυτοί
έβρεξαν
Будущее
εγώ
θα βρέξω
εσύ
θα βρέξεις
αυτός
θα βρέξει
εμείς
θα βρέξουμε
εσείς
θα βρέξετε
αυτοί
θα βρέξουν

Примеры

Αυτή τη στιγμή βρέχει πολύ.
Сейчас идёт сильный дождь. · It's raining heavily right now.
Έβρεξα τα λουλούδια χθες το πρωί.
Я полил цветы вчера утром. · I watered the flowers yesterday morning.
Οι παιδιά θα βρεχτούν στη βροχή.
Дети намокнут под дождём. · The children will get soaked in the rain.
Βρέξε τα φυτά σου, είναι πολύ ξηρά.
Полей свои растения, они очень сухие. · Water your plants, they're very dry.