Греческий словарь
с грамматикой

βουτώ

[vuˈto]глаголA2

Значения

1
прыгать в воду, нырять
to dive, to jump into water · βουτώ στη θάλασσα — прыгаю в море
2
погружаться, уходить вглубь
to plunge, to immerse · βουτώ στη δουλειά — погружаюсь в работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βουτώ
εσύ
βουτάς
αυτός
βουτά
εμείς
βουτάμε
εσείς
βουτάτε
αυτοί
βουτάνε
Аорист
εγώ
βούτηξα
εσύ
βούτηξες
αυτός
βούτηξε
εμείς
βουτήξαμε
εσείς
βουτήξατε
αυτοί
βούτηξαν
Будущее
εγώ
θα βουτήξω
εσύ
θα βουτήξεις
αυτός
θα βουτήξει
εμείς
θα βουτήξουμε
εσείς
θα βουτήξετε
αυτοί
θα βουτήξουν

Примеры

Τα παιδιά βουτάνε στη λίμνη κάθε καλοκαίρι.
Дети прыгают в озеро каждое лето. · The children dive into the lake every summer.
Βούτηξα από τη σανίδα και έπεσα στο νερό.
Я прыгнул с доски и упал в воду. · I dived off the board and fell into the water.
Όταν βουτώ στη δουλειά, ξεχνώ τα προβλήματα.
Когда я погружаюсь в работу, я забываю о проблемах. · When I immerse myself in work, I forget my problems.
Θα βουτήξουν στη θάλασσα μετά το φαγητό.
Они прыгнут в море после еды. · They will dive into the sea after lunch.