βουνό
[vuˈno]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
гора, гористая местность
mountain · ψηλό βουνό — высокая гора
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βουνό
вин.
το βουνό
род.
του βουνού
зват.
βουνό
Мн. ч.
им.
τα βουνά
вин.
τα βουνά
род.
των βουνών
зват.
βουνά
Примеры
Το βουνό είναι πολύ ψηλό και όμορφο.
Гора очень высокая и красивая. · The mountain is very tall and beautiful.
Πέρασαν τρεις ημέρες στα βουνά.
Они провели три дня в горах. · They spent three days in the mountains.
Από το βουνού έχουμε θέα της θάλασσας.
С горы видно море. · From the mountain you can see the sea.
Αγαπώ να περπατώ στα βουνά το καλοκαίρι.
Я люблю ходить в горы летом. · I love hiking in the mountains in summer.