Греческий словарь
с грамматикой

βουλεύω

[vuˈlevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
совещаться, обсуждать, советоваться
to deliberate, to consult, to take counsel · βουλεύουν για την απόφαση — они совещаются об этом решении
2
строить планы, замышлять
to plan, to scheme, to plot · βουλεύει κάτι — он что-то замышляет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βουλεύω
εσύ
βουλεύεις
αυτός
βουλεύει
εμείς
βουλεύουμε
εσείς
βουλεύετε
αυτοί
βουλεύουν
Аорист
εγώ
βούλεψα
εσύ
βούλεψες
αυτός
βούλεψε
εμείς
βουλέψαμε
εσείς
βουλέψατε
αυτοί
βούλεψαν
Будущее
εγώ
θα βουλέψω
εσύ
θα βουλέψεις
αυτός
θα βουλέψει
εμείς
θα βουλέψουμε
εσείς
θα βουλέψετε
αυτοί
θα βουλέψουν

Примеры

Οι υπουργοί βουλεύονται πώς να λύσουν το πρόβλημα.
Министры совещаются о том, как решить проблему. · The ministers are deliberating how to solve the problem.
Βούλεψε καλά πριν πάρει την απόφαση.
Он хорошо обдумал это, прежде чем принять решение. · He thought it through carefully before making the decision.
Τι βουλεύεις κρυφά με τον φίλο σου;
Что ты замышляешь тайком со своим другом? · What are you plotting secretly with your friend?