Греческий словарь
с грамматикой

βουλευτής

[vulevˈtis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
депутат, член парламента
member of parliament, deputy · ο βουλευτής της Βουλής — депутат парламента

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο βουλευτής
вин.
τον βουλευτή
род.
του βουλευτή
зват.
βουλευτή
Мн. ч.
им.
οι βουλευτές
вин.
τους βουλευτές
род.
των βουλευτών
зват.
βουλευτές

Примеры

Ο βουλευτής ήταν υπέρ της νέας νομοθεσίας.
Депутат поддержал новое законодательство. · The deputy supported the new legislation.
Πολλοί βουλευτές συμφώνησαν με την πρόταση.
Многие депутаты согласились с предложением. · Many MPs agreed with the proposal.
Η δουλειά του βουλευτή είναι να εκπροσωπεί τον λαό.
Работа депутата — представлять народ. · The deputy's job is to represent the people.