Греческий словарь
с грамматикой

βουλγαρικός

[vulɣaˈrikos]прилагательноеA2

Значения

1
болгарский
Bulgarian · βουλγαρικά τραγούδια — болгарские песни

Грамматика

мужской род
им.
βουλγαρικός
вин.
βουλγαρικό
род.
βουλγαρικού
зват.
βουλγαρικέ
женский род
им.
βουλγαρική
вин.
βουλγαρική
род.
βουλγαρικής
зват.
βουλγαρική
средний род
им.
βουλγαρικό
вин.
βουλγαρικό
род.
βουλγαρικού
зват.
βουλγαρικό

Примеры

Η βουλγαρική κουζίνα είναι πολύ νόστιμη.
Болгарская кухня очень вкусная. · Bulgarian cuisine is very tasty.
Μιλάει τέλεια τα βουλγαρικά.
Говорит отлично по-болгарски. · She speaks Bulgarian perfectly.
Έχουν βουλγαρικούς φίλους στη Σόφια.
У них болгарские друзья в Софии. · They have Bulgarian friends in Sofia.