βουητό
[vuiˈto]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
мычание, мычание скота
lowing, mooing (sound made by cattle) · το βουητό της αγέλης — мычание стада
2
гул, рёв, грохот
roar, rumble, din · το βουητό του κόσμου — гул толпы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βουητό
вин.
το βουητό
род.
του βουητού
зват.
βουητό
Мн. ч.
им.
τα βουητά
вин.
τα βουητά
род.
των βουητών
зват.
βουητά
Примеры
Το βουητό των αγελάδων ακούστηκε στη νύχτα.
Мычание коров слышалось в ночи. · The lowing of the cows was heard at night.
Άκουσε το βουητό της πολυάσχολης πόλης.
Он услышал гул суетливого города. · He heard the roar of the busy city.
Τα βουητά των ζώων γέμιζαν τον αέρα.
Мычание животных наполняло воздух. · The sounds of the animals filled the air.