βουίζω
[vuˈizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
жужжать, гудеть
buzz, hum · η μέλισσα βουίζει — пчела жужжит
2
гудеть, звучать гулко
drone, resound · ο κινητός βουίζει — телефон гудит/вибрирует
Грамматика
Настоящее время
εγώ
βουίζω
εσύ
βουίζεις
αυτός
βουίζει
εμείς
βουίζουμε
εσείς
βουίζετε
αυτοί
βουίζουν
Аорист
εγώ
βούισα
εσύ
βούισες
αυτός
βούισε
εμείς
βουίσαμε
εσείς
βουίσατε
αυτοί
βούισαν
Будущее
εγώ
θα βουίσω
εσύ
θα βουίσεις
αυτός
θα βουίσει
εμείς
θα βουίσουμε
εσείς
θα βουίσετε
αυτοί
θα βουίσουν
Примеры
Η μέλισσα βουίζει γύρω από το λουλούδι.
Пчела жужжит вокруг цветка. · The bee buzzes around the flower.
Το κινητό μου βουίζει συνέχεια.
Мой телефон постоянно вибрирует. · My phone keeps buzzing.
Άκουσα τα έντομα να βουίζουν το βράδυ.
Ночью я слышал гудение насекомых. · I heard the insects buzzing at night.
Η μηχανή άρχισε να βουίζει δυνατά.
Машина начала громко гудеть. · The machine started buzzing loudly.