βορειότερος
[voriˈoːteros]прилагательноеB1
Значения
1
более северный
more northern · βορειότερη περιοχή — более северный регион
Грамматика
мужской род
им.
βορειότερος
вин.
βορειότερο
род.
βορειότερου
зват.
βορειότερε
женский род
им.
βορειότερη
вин.
βορειότερη
род.
βορειότερης
зват.
βορειότερη
средний род
им.
βορειότερο
вин.
βορειότερο
род.
βορειότερου
зват.
βορειότερο
Примеры
Η Θεσσαλονίκη είναι βορειότερη από την Αθήνα.
Салоники расположены севернее Афин. · Thessaloniki is more northern than Athens.
Στις βορειότερες περιοχές το κλίμα είναι πιο κρύο.
В более северных регионах климат холоднее. · In the more northern areas, the climate is colder.
Το βορειότερο σημείο της χώρας είναι στην Αλβανία.
Самая северная точка страны находится на границе с Албанией. · The northernmost point of the country is near Albania.