βορειοδυτικός
[voriˈoðitikós]прилагательноеB1
Значения
1
северо-западный
northwestern · βορειοδυτική κατεύθυνση — северо-западное направление
Грамматика
мужской род
им.
βορειοδυτικός
вин.
βορειοδυτικό
род.
βορειοδυτικού
зват.
βορειοδυτικέ
женский род
им.
βορειοδυτική
вин.
βορειοδυτική
род.
βορειοδυτικής
зват.
βορειοδυτική
средний род
им.
βορειοδυτικό
вин.
βορειοδυτικό
род.
βορειοδυτικού
зват.
βορειοδυτικό
Примеры
Ο βορειοδυτικός άνεμος φυσάει δυνατά σήμερα.
Северо-западный ветер дует сильно сегодня. · The northwestern wind is blowing strongly today.
Η βορειοδυτική περιοχή της χώρας είναι ορεινή.
Северо-западная область страны является горной. · The northwestern region of the country is mountainous.
Ταξιδέψαμε προς τα βορειοδυτικά.
Мы путешествовали на северо-запад. · We traveled toward the northwest.