βομβαρδίζω
[vomvaˈrðizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
бомбить, подвергать бомбардировке
to bombard, to bomb · βομβαρδίζουν το αεροδρόμιο — бомбят аэропорт
2
засыпать вопросами, атаковать словами
to bombard (with questions, criticism, etc.) · με βομβαρδίζουν ερωτήσεις — меня засыпают вопросами
Грамматика
Настоящее время
εγώ
βομβαρδίζω
εσύ
βομβαρδίζεις
αυτός
βομβαρδίζει
εμείς
βομβαρδίζουμε
εσείς
βομβαρδίζετε
αυτοί
βομβαρδίζουν
Аорист
εγώ
βομβάρδισα
εσύ
βομβάρδισες
αυτός
βομβάρδισε
εμείς
βομβαρδίσαμε
εσείς
βομβαρδίσατε
αυτοί
βομβάρδισαν
Будущее
εγώ
θα βομβαρδίσω
εσύ
θα βομβαρδίσεις
αυτός
θα βομβαρδίσει
εμείς
θα βομβαρδίσουμε
εσείς
θα βομβαρδίσετε
αυτοί
θα βομβαρδίσουν
Примеры
Τα αεροπλάνα βομβάρδισαν την πόλη χθες.
Вчера самолёты бомбили город. · Yesterday the planes bombed the city.
Με βομβαρδίζουν συνέχεια με ερωτήσεις.
Они постоянно засыпают меня вопросами. · They keep bombarding me with questions.
Θα βομβαρδιστούμε από διαφημίσεις αυτές τις μέρες.
В эти дни нас будут засыпать рекламой. · We'll be bombarded with advertisements these days.
Έχει βομβαρδιστεί με κριτική για τις αποφάσεις του.
Его засыпали критикой за его решения. · He has been bombarded with criticism for his decisions.