Греческий словарь
с грамматикой

βολικός

[voliˈkos]прилагательноеA2

Значения

1
удобный, удобство обеспечивающий
convenient, comfortable · ένα βολικό σπίτι — удобный дом
2
практичный, целесообразный
practical, handy · βολικό εργαλείο — удобный инструмент

Грамматика

мужской род
им.
βολικός
вин.
βολικό
род.
βολικού
зват.
βολικέ
женский род
им.
βολική
вин.
βολική
род.
βολικής
зват.
βολική
средний род
им.
βολικό
вин.
βολικό
род.
βολικού
зват.
βολικό

Примеры

Αυτό το διαμέρισμα είναι πολύ βολικό.
Эта квартира очень удобная. · This apartment is very convenient.
Η βολική τοποθεσία της είναι το μεγάλο πλεονέκτημά της.
Её удобное расположение — её главное преимущество. · Its convenient location is its main advantage.
Προτιμώ τα βολικά παπούτσια για το γραφείο.
Я предпочитаю удобную обувь для офиса. · I prefer comfortable shoes for the office.
Είναι πιο βολικό να δουλεύεις από το σπίτι.
Удобнее работать из дома. · It's more convenient to work from home.