Греческий словарь
с грамматикой

βολεύω

[voˈlevo]глаголB1

Значения

1
устраивать, подходить, быть удобным
to suit, to be convenient, to work out well · Σας βολεύει αυτή η ώρα; — Вам подходит это время?
2
размещать, устанавливать
to place, to position, to arrange · βολεύω τα έπιπλα στο δωμάτιο — размещу мебель в комнате

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βολεύω
εσύ
βολεύεις
αυτός
βολεύει
εμείς
βολεύουμε
εσείς
βολεύετε
αυτοί
βολεύουν
Аорист
εγώ
βόλεψα
εσύ
βόλεψες
αυτός
βόλεψε
εμείς
βολέψαμε
εσείς
βολέψατε
αυτοί
βόλεψαν
Будущее
εγώ
θα βολέψω
εσύ
θα βολέψεις
αυτός
θα βολέψει
εμείς
θα βολέψουμε
εσείς
θα βολέψετε
αυτοί
θα βολέψουν

Примеры

Σας βολεύει να πάμε αύριο το πρωί;
Вам подходит пойти завтра с утра? · Does it suit you to go tomorrow morning?
Έβολεψα τα κιβώτια στη γωνία του δωματίου.
Я разместил коробки в углу комнаты. · I placed the boxes in the corner of the room.
Δεν με βολεύει αυτή η απόφαση καθόλου.
Это решение мне совсем не нравится. · This decision doesn't suit me at all.
Θα βολέψω τα πράγματα σας όπως θέλετε.
Я обустрою ваши вещи как вы хотите. · I'll arrange your things however you like.