Греческий словарь
с грамматикой

βολεύομαι

[voˈlevo̞me]глаголB1

Значения

1
устраивать, подходить, быть удобным
to suit, to be convenient, to work (for someone) · Σας βολεύει η ώρα; — Вам подходит это время?
2
находить выход, обходиться
to manage, to get by, to make do · Θα βολευτούμε με λίγα λεφτά. — Мы обойдёмся с небольшой суммой.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βολεύομαι
εσύ
βολεύεσαι
αυτός
βολεύεται
εμείς
βολευόμαστε
εσείς
βολεύεστε
αυτοί
βολεύονται
Аорист
εγώ
βολεύτηκα
εσύ
βολεύτηκες
αυτός
βολεύτηκε
εμείς
βολευτήκαμε
εσείς
βολευτήκατε
αυτοί
βολεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα βολευτώ
εσύ
θα βολευτείς
αυτός
θα βολευτεί
εμείς
θα βολευτούμε
εσείς
θα βολευτείτε
αυτοί
θα βολευτούν

Примеры

Σας βολεύει να συναντηθούμε αύριο;
Вам подходит встретиться завтра? · Does it suit you to meet tomorrow?
Δεν με βολεύει αυτή η δουλειά.
Эта работа мне не подходит. · This job doesn't suit me.
Θα βολευτούμε μέχρι να βρούμε κάτι καλύτερο.
Мы обойдёмся, пока не найдём что-то получше. · We'll manage until we find something better.
Βολευτήκαμε με τα υπάρχοντα μέσα.
Мы обошлись имеющимися ресурсами. · We got by with the available resources.