Греческий словарь
с грамматикой

βοηθώ

[voiˈθo]глаголA2

Значения

1
помогать, оказывать помощь
help, assist, aid · βοηθώ έναν φίλο — помогаю другу
2
поспешить на помощь, прийти на помощь
come to aid, rush to help · βοηθώ σε κάποιον που είναι σε κίνδυνο — спешу на помощь человеку в опасности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βοηθώ
εσύ
βοηθάς
αυτός
βοηθά
εμείς
βοηθούμε
εσείς
βοηθάτε
αυτοί
βοηθούν
Аорист
εγώ
βοήθησα
εσύ
βοήθησες
αυτός
βοήθησε
εμείς
βοηθήσαμε
εσείς
βοηθήσατε
αυτοί
βοήθησαν
Будущее
εγώ
θα βοηθήσω
εσύ
θα βοηθήσεις
αυτός
θα βοηθήσει
εμείς
θα βοηθήσουμε
εσείς
θα βοηθήσετε
αυτοί
θα βοηθήσουν

Примеры

Βοηθώ την ηλικιωμένη γειτόνισσά μας κάθε εβδομάδα.
Я помогаю нашей пожилой соседке каждую неделю. · I help our elderly neighbor every week.
Θα βοηθήσω σας με τα μαθήματα.
Я помогу вам с учёбой. · I will help you with your studies.
Όλοι βοήθησαν όταν υπήρχε πρόβλημα.
Все поспешили помочь, когда возникла проблема. · Everyone came to help when there was a problem.
Χρειάζομαι κάποιον να με βοηθήσει.
Мне нужен кто-то, кто мне поможет. · I need someone to help me.