Греческий словарь
с грамматикой

βοηθάω

[voiˈθao]глаголA2

Значения

1
помогать, оказывать помощь
to help, to assist · βοηθάω σε φίλο — помогаю другу
2
спешить на помощь, приходить на выручку
to come to someone's aid, to rush to help · βοηθάω στη δυσκολία — прихожу на помощь в беде

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βοηθάω
εσύ
βοηθάς
αυτός
βοηθάει
εμείς
βοηθάμε
εσείς
βοηθάτε
αυτοί
βοηθάνε
Аорист
εγώ
βοήθησα
εσύ
βοήθησες
αυτός
βοήθησε
εμείς
βοηθήσαμε
εσείς
βοηθήσατε
αυτοί
βοήθησαν
Будущее
εγώ
θα βοηθήσω
εσύ
θα βοηθήσεις
αυτός
θα βοηθήσει
εμείς
θα βοηθήσουμε
εσείς
θα βοηθήσετε
αυτοί
θα βοηθήσουν

Примеры

Ο Γιάννης βοηθάει στην αδερφή του με τα μαθήματα.
Янис помогает своей сестре с уроками. · Yannis helps his sister with her homework.
Όλοι βοηθήσαμε στο γείτονα να μετακομίσει.
Мы все помогли соседу при переезде. · We all helped our neighbour move house.
Θα βοηθήσω αν με καλέσεις.
Я помогу, если ты позовёшь меня. · I'll help if you call me.
Βοήθησε! Υπάρχει κάποιος που χρειάζεται βοήθεια.
На помощь! Кому-то нужна помощь. · Help! Someone needs assistance.