βογκώ
[voˈŋɡo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
издавать глубокий стон, вздыхать тяжело
to groan, to moan deeply · βογκώ από πόνο — я издаю стон от боли
2
издавать низкий звук (о двигателе и т. п.)
to rumble, to make a deep sound · ο κινητήρας βογκάει — двигатель гудит
Грамматика
Настоящее время
εγώ
βογκώ
εσύ
βογκάς
αυτός
βογκάει
εμείς
βογκάμε
εσείς
βογκάτε
αυτοί
βογκάνε
Аорист
εγώ
βόγκαξα
εσύ
βόγκαξες
αυτός
βόγκαξε
εμείς
βογκάξαμε
εσείς
βογκάξατε
αυτοί
βόγκαξαν
Будущее
εγώ
θα βογκάξω
εσύ
θα βογκάξεις
αυτός
θα βογκάξει
εμείς
θα βογκάξουμε
εσείς
θα βογκάξετε
αυτοί
θα βογκάξουν
Примеры
Ο ασθενής βογκούσε από τον πόνο του.
Пациент издавал стоны от боли. · The patient was groaning from his pain.
Το παλιό αυτοκίνητο βογκάει όταν ανέβαινει λόφο.
Эта старая машина издаёт низкие звуки, когда едет в гору. · This old car rumbles when it climbs a hill.
Έβογκαξε και κατέρρευσε στο κρεβάτι.
Он издал стон и упал на кровать. · He groaned and collapsed on the bed.