Греческий словарь
с грамматикой

βλάπτω

[ˈvlap.to]глаголB1

Значения

1
вредить, наносить вред
to harm, to damage · βλάπτει την υγεία — вредит здоровью
2
повреждать, портить
to injure, to spoil · βλάπτει το αυτοκίνητο — повреждает автомобиль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βλάπτω
εσύ
βλάπτεις
αυτός
βλάπτει
εμείς
βλάπτουμε
εσείς
βλάπτετε
αυτοί
βλάπτουν
Аорист
εγώ
έβλαψα
εσύ
έβλαψες
αυτός
έβλαψε
εμείς
βλάψαμε
εσείς
βλάψατε
αυτοί
έβλαψαν
Будущее
εγώ
θα βλάψω
εσύ
θα βλάψεις
αυτός
θα βλάψει
εμείς
θα βλάψουμε
εσείς
θα βλάψετε
αυτοί
θα βλάψουν

Примеры

Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία.
Курение вредит здоровью. · Smoking damages your health.
Αυτή η απόφαση θα βλάψει την εταιρεία.
Это решение повредит компании. · This decision will harm the company.
Έβλαψαν το έπιπλο κατά τη μεταφορά.
Они повредили мебель при перевозке. · They damaged the furniture during the move.
Τα υπερβολικά χρήματα βλάπτουν τα παιδιά.
Слишком много денег вредит детям. · Too much money harms children.