Греческий словарь
с грамматикой

βιώνω

[viˈono]глаголB1

Значения

1
жить, проживать
to live, to experience life · βιώνω μια όμορφη ζωή — я живу красивой жизнью
2
переживать, испытывать (чувство, опыт)
to experience, to go through (an emotion, event) · βιώνω δύσκολες στιγμές — я переживаю трудные моменты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βιώνω
εσύ
βιώνεις
αυτός
βιώνει
εμείς
βιώνουμε
εσείς
βιώνετε
αυτοί
βιώνουν
Аорист
εγώ
βίωσα
εσύ
βίωσες
αυτός
βίωσε
εμείς
βιώσαμε
εσείς
βιώσατε
αυτοί
βίωσαν
Будущее
εγώ
θα βιώσω
εσύ
θα βιώσεις
αυτός
θα βιώσει
εμείς
θα βιώσουμε
εσείς
θα βιώσετε
αυτοί
θα βιώσουν

Примеры

Πολλοί άνθρωποι θέλουν να βιώσουν νέες εμπειρίες.
Многие люди хотят испытать новые впечатления. · Many people want to experience new adventures.
Όταν ήμουν παιδί, βίωνα ημέρες χωρίς ανησυχίες.
Когда я был ребёнком, я жил без забот. · When I was a child, I lived without worries.
Αυτή η κρίση τη βιώνει όλη η χώρα.
Этот кризис переживает вся страна. · The whole country is experiencing this crisis.
Έχουν βιώσει πολλές δυσκολίες μαζί.
Вместе они пережили много трудностей. · Together they have gone through many hardships.