βιοτεχνία
[vioˈtexnia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
ремесло, кустарное производство
craft, artisanal production · παραδοσιακή βιοτεχνία — традиционное ремесло
2
ремесленное предприятие, мастерская
craft workshop, artisanal enterprise · μικρή βιοτεχνία — небольшая мастерская
Грамматика
Ед. ч.
им.
η βιοτεχνία
вин.
τη βιοτεχνία
род.
της βιοτεχνίας
зват.
βιοτεχνία
Мн. ч.
им.
οι βιοτεχνίες
вин.
τις βιοτεχνίες
род.
των βιοτεχνιών
зват.
βιοτεχνίες
Примеры
Η βιοτεχνία κεραμικής είναι πολύ δημοφιλής στο νησί.
Гончарное ремесло очень популярно на острове. · The pottery craft is very popular on the island.
Οι παλιές βιοτεχνίες ήταν το κέντρο της πόλης.
Старые мастерские были центром города. · The old workshops were the heart of the town.
Στηρίζουμε τη βιοτεχνία τοπικών αγροτών.
Мы поддерживаем кустарное производство местных фермеров. · We support the artisanal production of local farmers.