βιομηχανία
[viomiçaˈni.a]существительноеη · женский родB1
Значения
1
промышленность, индустрия
industry, manufacturing sector · η βιομηχανία της χώρας — промышленность страны
2
промышленное предприятие, фабрика
industrial plant, factory · μια μεγάλη βιομηχανία — крупный завод
Грамматика
Ед. ч.
им.
η βιομηχανία
вин.
τη βιομηχανία
род.
της βιομηχανίας
зват.
βιομηχανία
Мн. ч.
им.
οι βιομηχανίες
вин.
τις βιομηχανίες
род.
των βιομηχανιών
зват.
βιομηχανίες
Примеры
Η βιομηχανία είναι σημαντική για την οικονομία.
Промышленность имеет большое значение для экономики. · Industry is important for the economy.
Αυτή η βιομηχανία παράγει ηλεκτρικά όργανα.
Этот завод производит электротехнику. · This factory manufactures electrical equipment.
Οι βιομηχανίες του νομού έχουν πολλούς εργάτες.
На заводах округа работает много рабочих. · The factories in the prefecture employ many workers.
Θέλουμε να ανοίξουμε μια νέα βιομηχανία εδώ.
Мы хотим открыть здесь новый завод. · We want to open a new factory here.