βιομήχανος
[vjoˈmixanos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
промышленник, фабрикант
industrialist, manufacturer · ο βιομήχανος κατασκευάζει προϊόντα — промышленник производит товары
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο βιομήχανος
вин.
τον βιομήχανο
род.
του βιομήχανου
зват.
βιομήχανε
Мн. ч.
им.
οι βιομήχανοι
вин.
τους βιομήχανους
род.
των βιομηχάνων
зват.
βιομήχανοι
Примеры
Ο βιομήχανος ίδρυσε μια μεγάλη εργοστάσιο.
Промышленник основал крупный завод. · The industrialist founded a large factory.
Οι βιομήχανοι της περιοχής συνεργάζονται μεταξύ τους.
Промышленники региона работают вместе. · The manufacturers in the region collaborate with each other.
Ο νέος βιομήχανος επένδυσε σε σύγχρονη τεχνολογία.
Новый промышленник инвестировал в современные технологии. · The new industrialist invested in modern technology.