βιολογικός
[violoˈʝikos]прилагательноеB1
Значения
1
биологический, относящийся к биологии
biological, relating to biology · βιολογικές επιστήμες — биологические науки
2
органический, натуральный (о продуктах питания)
organic, natural (of food products) · βιολογικά προϊόντα — органические продукты
Грамматика
мужской род
им.
βιολογικός
вин.
βιολογικό
род.
βιολογικού
зват.
βιολογικέ
женский род
им.
βιολογική
вин.
βιολογική
род.
βιολογικής
зват.
βιολογική
средний род
им.
βιολογικό
вин.
βιολογικό
род.
βιολογικού
зват.
βιολογικό
Примеры
Η βιολογική εξέλιξη είναι ένα σημαντικό θέμα.
Биологическая эволюция — важная тема. · Biological evolution is an important topic.
Αγοράζω βιολογικά λαχανικά από τη λαϊκή αγορά.
Я покупаю органические овощи на рынке. · I buy organic vegetables at the market.
Το βιολογικό ρολόι του σώματος είναι περίπλοκο.
Биологические часы организма сложны. · The body's biological clock is complex.
Αυτή είναι μια βιολογική διαδικασία που δεν μπορούμε να σταματήσουμε.
Это биологический процесс, который мы не можем остановить. · This is a biological process we cannot stop.