βιολογία
[violoˈʝia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
биология
biology · η επιστήμη της ζωής — наука о жизни
Грамматика
Ед. ч.
им.
η βιολογία
вин.
τη βιολογία
род.
της βιολογίας
зват.
βιολογία
Мн. ч.
им.
οι βιολογίες
вин.
τις βιολογίες
род.
των βιολογιών
зват.
βιολογίες
Примеры
Η βιολογία είναι ένα σημαντικό θέμα.
Биология — важный предмет. · Biology is an important subject.
Σπουδάζω βιολογία στο πανεπιστήμιο.
Я изучаю биологию в университете. · I study biology at university.
Οι μαθητές έχουν μάθημα βιολογίας αύριο.
У учеников завтра урок биологии. · The students have a biology lesson tomorrow.