βιολί
[vioˈli]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
скрипка
violin · μουσικό όργανο — музыкальный инструмент
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βιολί
вин.
το βιολί
род.
του βιολιού
зват.
βιολί
Мн. ч.
им.
τα βιολιά
вин.
τα βιολιά
род.
των βιολιών
зват.
βιολιά
Примеры
Η Μαρία παίζει βιολί από μικρή.
Мария играет на скрипке с детства. · Maria has played the violin since childhood.
Το βιολί είναι δύσκολο όργανο.
Скрипка — трудный инструмент. · The violin is a difficult instrument.
Έχει τρία βιολιά στο σπίτι της.
У неё дома три скрипки. · She has three violins at home.
Η μουσική του βιολιού είναι όμορφη.
Музыка скрипки прекрасна. · Violin music is beautiful.