Греческий словарь
с грамматикой

βιογραφικός

[vioɣraˈfikos]прилагательноеB1

Значения

1
биографический, относящийся к биографии
biographical, relating to biography · βιογραφικό σημείωμα — биографическая справка
2
содержащий информацию о жизни человека
containing information about someone's life · βιογραφικά στοιχεία — личные данные

Грамматика

мужской род
им.
βιογραφικός
вин.
βιογραφικό
род.
βιογραφικού
зват.
βιογραφικέ
женский род
им.
βιογραφική
вин.
βιογραφική
род.
βιογραφικής
зват.
βιογραφική
средний род
им.
βιογραφικό
вин.
βιογραφικό
род.
βιογραφικού
зват.
βιογραφικό

Примеры

Το βιογραφικό σημείωμα περιέχει τα βασικά στοιχεία του συγγραφέα.
Биографическая справка содержит основные данные писателя. · The biographical note contains the writer's basic information.
Έστειλε το βιογραφικό της μαζί με τη φωτογραφία.
Она отправила своё резюме вместе с фотографией. · She sent her CV along with her photo.
Η βιογραφική ταινία κέρδισε πολλά βραβεία.
Биографический фильм получил множество наград. · The biographical film won many awards.
Χρειάζονται βιογραφικά δεδομένα για την αίτηση.
Для заявления нужны личные данные. · Personal details are needed for the application.