Греческий словарь
с грамматикой

βιογράφος

[vioˈɣrafos]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
биограф (человек, который пишет биографии)
biographer (person who writes biographies) · ο συγγραφέας της βιογραφίας — автор биографии

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο βιογράφος
вин.
τον βιογράφο
род.
του βιογράφου
зват.
βιογράφε
Мн. ч.
им.
οι βιογράφοι
вин.
τους βιογράφους
род.
των βιογράφων
зват.
βιογράφοι

Примеры

Ο βιογράφος του Εντουάρδου έγραψε ένα εξαιρετικό βιβλίο.
Биограф Эдуарда написал превосходную книгу. · Edward's biographer wrote an outstanding book.
Η δουλειά του βιογράφου είναι πολύ απαιτητική.
Работа биографа очень требовательна. · The biographer's work is very demanding.
Πολλοί βιογράφοι ερευνούν την ζωή των διάσημων ανθρώπων.
Много биографов исследуют жизнь знаменитых людей. · Many biographers research the lives of famous people.