Греческий словарь
с грамматикой

βιβλιοπωλείο

[vivliopoˈlio]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
книжный магазин
bookshop, bookstore · μαγαζί με βιβλία — магазин с книгами

Грамматика

Ед. ч.
им.
το βιβλιοπωλείο
вин.
το βιβλιοπωλείο
род.
του βιβλιοπωλείου
зват.
βιβλιοπωλείο
Мн. ч.
им.
τα βιβλιοπωλεία
вин.
τα βιβλιοπωλεία
род.
των βιβλιοπωλείων
зват.
βιβλιοπωλεία

Примеры

Πηγαίνω στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσω ένα βιβλίο.
Я иду в книжный магазин, чтобы купить книгу. · I'm going to the bookshop to buy a book.
Τα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της πόλης είναι πολύ δημοφιλή.
Книжные магазины в центре города очень популярны. · The bookshops in the city centre are very popular.
Δουλεύω σε ένα βιβλιοπωλείο τρία χρόνια.
Я работаю в книжном магазине три года. · I've been working at a bookshop for three years.